σηρικός

και σειρικός, -ή, όν, ΜΑ [σήρ, σηρός] κατασκευασμένος από μετάξι, μεταξωτός, μετάξινος, μεταξένιος
αρχ.
1. το ουδ. ως ουσ. τo σηρικόν
α) μεταξωτό ένδυμα
β) το κόκκινο χρώμα
2. (το ουδ. στον πληθ. ως ουσ.) τὰ σηρικά
τά τζίτζιφα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σηρικός — silkworm masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιρικόν — σηρικός silkworm masc acc sg σηρικός silkworm neut nom/voc/acc sg σῑρικόν , σιρικόν cake offered to Aphrodite neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σηρικαῖς — σηρικός silkworm fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σηρικοί — σηρικός silkworm masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σηρικούς — σηρικός silkworm masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σηρικῆς — σηρικός silkworm fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σηρικῇ — σηρικός silkworm fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σηρική — σηρικός silkworm fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σηρικήν — σηρικός silkworm fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιρικοῦ — σηρικός silkworm masc/neut gen sg σῑρικοῦ , σιρικόν cake offered to Aphrodite neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.